κοντοφάρδουλος
•
- σπάνιοο κοντόχοντρος Βικιλεξικό
- Δηλαδὴ ὁ καθηγητὴς Μοντεφρεντίνι δεν εἴτανε περισσότερο ἀστεῖος ἀπὸ ὅσο μπορεῖ νὰ εἶναι κάθε ἄνθρωπος κοντοφάρδουλος, φωνακλὰς καὶ χωρατατζής, ποὺ ἔχει πυκνὰ σγουρὰ μαλλιὰ καὶ λαδωμένο μουστάκι, στριμμένο πρὸς τὰ ἀπάνω ἀπειλιτικά, καὶ ποὺ φορεῖ βελούδινο σακάκι, χρυσὴ καδένα καὶ μιὰ πελώρια παρδαλὴ καλλιτεχνικὴ γραβάτα.
Ετυμολογία
κοντοφάρδουλος < κοντο- + φαρδουλός < φαρδ(ύς) + -ουλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοντοφάρδουλος | κοντοφάρδουλη | κοντοφάρδουλο |
| Γενική | κοντοφάρδουλου | κοντοφάρδουλης | κοντοφάρδουλου |
| Αιτιατική | κοντοφάρδουλο | κοντοφάρδουλη | κοντοφάρδουλο |
| Κλητική | κοντοφάρδουλε | κοντοφάρδουλη | κοντοφάρδουλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοντοφάρδουλοι | κοντοφάρδουλες | κοντοφάρδουλα |
| Γενική | κοντοφάρδουλων | κοντοφάρδουλων | κοντοφάρδουλων |
| Αιτιατική | κοντοφάρδουλους | κοντοφάρδουλες | κοντοφάρδουλα |
| Κλητική | κοντοφάρδουλοι | κοντοφάρδουλες | κοντοφάρδουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →