Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοντοφάρδουλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοο κοντόχοντρος Βικιλεξικό
    • Δηλαδὴ ὁ καθηγητὴς Μοντεφρεντίνι δεν εἴτανε περισσότερο ἀστεῖος ἀπὸ ὅσο μπορεῖ νὰ εἶναι κάθε ἄνθρωπος κοντοφάρδουλος, φωνακλὰς καὶ χωρατατζής, ποὺ ἔχει πυκνὰ σγουρὰ μαλλιὰ καὶ λαδωμένο μουστάκι, στριμμένο πρὸς τὰ ἀπάνω ἀπειλιτικά, καὶ ποὺ φορεῖ βελούδινο σακάκι, χρυσὴ καδένα καὶ μιὰ πελώρια παρδαλὴ καλλιτεχνικὴ γραβάτα.

Ετυμολογία

κοντοφάρδουλος < κοντο- + φαρδουλός < φαρδ(ύς) + -ουλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοντοφάρδουλοςκοντοφάρδουληκοντοφάρδουλο
Γενικήκοντοφάρδουλουκοντοφάρδουληςκοντοφάρδουλου
Αιτιατικήκοντοφάρδουλοκοντοφάρδουληκοντοφάρδουλο
Κλητικήκοντοφάρδουλεκοντοφάρδουληκοντοφάρδουλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοντοφάρδουλοικοντοφάρδουλεςκοντοφάρδουλα
Γενικήκοντοφάρδουλωνκοντοφάρδουλωνκοντοφάρδουλων
Αιτιατικήκοντοφάρδουλουςκοντοφάρδουλεςκοντοφάρδουλα
Κλητικήκοντοφάρδουλοικοντοφάρδουλεςκοντοφάρδουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →