κοντράρω
•
- έχω κόντρα με κάποιον, βρίσκομαι σε έντονη αντιπαράθεση μαζί του Βικιλεξικό
- συναντώ ένα εμπόδιο και αλλάζω κατεύθυνση κίνησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντράρω < κόντρ(α) + -άρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →