κοντρόλ
•
- ο έλεγχος, ο καθορισμός των ενεργειών κάποιας κατάστασης ή αντικειμένου Βικιλεξικό
- το μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο δωμάτιο ή ο χώρος με τα μηχανήματα τα οποία χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντρόλ < γαλλ. contrôle
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →