κοντσέρτο
•
- μουσικήμουσική σύνθεση για ένα (πρωταγωνιστικό) όργανο (π.χ. πιάνο) και ορχήστρα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησυναυλία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντσέρτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική concerto < λατινική concerto < con- + certo < certus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος cerno < πρωτοϊταλική *krinō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *krey- (κινώ, χωρίζω, διαιρώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοντσέρτο | κοντσέρτα |
| Γενική | κοντσέρτου | κοντσέρτων |
| Αιτιατική | κοντσέρτο | κοντσέρτα |
| Κλητική | κοντσέρτο | κοντσέρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →