κοπάδι
•
- το πλήθος, η συγκέντρωση πολλών ζώων μαζί Βικιλεξικό
- Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015)
- το σύνολο αιγοπροβάτων Βικιλεξικό
- για ανθρτο μπουλούκι, το άτακτα τοποθετημένο πλήθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπάδι < μεσαιωνική ελληνική κοπάδιν < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κοπή (< κόπτω) + κατάληξη υποκοριστικού -άδιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπάδι | κοπάδια |
| Γενική | κοπαδιού | κοπαδιών |
| Αιτιατική | κοπάδι | κοπάδια |
| Κλητική | κοπάδι | κοπάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →