κοπάζω
•
- μειώνεται στο ελάχιστο η έντασή μου ή παύω να υφίσταμαι, ξεθυμαίνω, καταλαγιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπάζω < αρχαία ελληνική κοπάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοπάζω | κοπάζεις | κοπάζει | κοπάζουμε | κοπάζετε | κοπάζουν / κοπάζουνε |
| Παρατατικός | κόπαζα | κόπαζες | κόπαζε | κοπάζαμε | κοπάζατε | κοπάζαν / κοπάζανε / κόπαζαν |
| Αόριστος | κόπασα | κόπασες | κόπασε | κοπάσαμε | κοπάσατε | κοπάσαν / κοπάσανε / κόπασαν |
| Μέλλοντας | θα κοπάζω / θα κοπάσω | θα κοπάζεις / θα κοπάσεις | θα κοπάζει / θα κοπάσει | θα κοπάζουμε / θα κοπάσουμε | θα κοπάζετε / θα κοπάσετε | θα κοπάζουν / θα κοπάζουνε / θα κοπάσουν / θα κοπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοπάσει | έχεις κοπάσει | έχει κοπάσει | έχουμε κοπάσει | έχετε κοπάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοπάσει | είχες κοπάσει | είχε κοπάσει | είχαμε κοπάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοπάσει / να κοπάζω / να κοπάσω | να έχεις κοπάσει / να κοπάζεις / να κοπάσεις | να έχει κοπάσει / να κοπάζει / να κοπάσει | να έχουμε κοπάσει / να κοπάζουμε / να κοπάσουμε | να έχετε κοπάσει / να κοπάζετε / να κοπάσετε | να κοπάζουν / να κοπάζουνε / να κοπάσουν / να κοπάσουνε |
| Προστακτική | — | κόπαζε / κόπασε | — | — | κοπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κοπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →