Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπάνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σκασιαρχείο από το σχολείο Βικιλεξικό
  2. το να μην πηγαίνει κανείς στη δουλειά του, πχ προσποιούμενος τον άρρωστο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοπάνα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοπάνακοπάνες
Γενικήκοπάνας—
Αιτιατικήκοπάνακοπάνες
Κλητικήκοπάνακοπάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →