κοπάνα
•
- το σκασιαρχείο από το σχολείο Βικιλεξικό
- το να μην πηγαίνει κανείς στη δουλειά του, πχ προσποιούμενος τον άρρωστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπάνα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπάνα | κοπάνες |
| Γενική | κοπάνας | — |
| Αιτιατική | κοπάνα | κοπάνες |
| Κλητική | κοπάνα | κοπάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →