κοπάνισμα
•
- η ενέργεια του κοπανίζω, η μετατροπή κάποιου υλικού (συνήθως συστατικού για μαγείρεμα) σε μικρούς κόκκους ή σκόνη, το χτύπημα και η άσκηση πίεσης πάνω του με κάτι σχετικά βαρύ (πχ. γουδοχέρι μέσα σε γουδί) Βικιλεξικό
- το κοπάνισμα του καφέ, το κοπάνισμα του σιταριού
- το να χτυπήσω κάτι δυνατά και επανειλημμένα Βικιλεξικό
- το κοπάνισμα των ρούχων
Ετυμολογία
κοπάνισμα < κοπανίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπάνισμα | κοπανίσματα |
| Γενική | κοπανίσματος | κοπανισμάτων |
| Αιτιατική | κοπάνισμα | κοπανίσματα |
| Κλητική | κοπάνισμα | κοπανίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →