κοπέλι
•
- κρητικάαγόρι, νεαρός άντρας Βικιλεξικό
- «τ' αγαπάω το κοπέλι / κι ας με κάνει ό,τι θέλει» (στίχος νησιώτικου τραγουδιού)
- 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books
- (θηλυκό κοπελιά)
- λαϊκότροπομαθητευόμενος σε μια τέχνη ή εργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπέλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοπέλιν < υποκοριστικό του κόπελος < αλβανική kopil (υπηρέτης, δούλος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπέλι | κοπέλια |
| Γενική | κοπελιού | κοπελιών |
| Αιτιατική | κοπέλι | κοπέλια |
| Κλητική | κοπέλι | κοπέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →