κοπή
•
- η κατάτμηση σε κομμάτια, το κόψιμο Βικιλεξικό
- η κοπή της πίτας
- η δημιουργία νέων νομισμάτων Βικιλεξικό
- κυκλοφορούν λίρες παλαιάς και νέας κοπής'
Ετυμολογία
κοπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοπή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπή | κοπές |
| Γενική | κοπής | κοπών |
| Αιτιατική | κοπή | κοπές |
| Κλητική | κοπή | κοπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →