Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάτμηση σε κομμάτια, το κόψιμο Βικιλεξικό
    • η κοπή της πίτας
  2. η δημιουργία νέων νομισμάτων Βικιλεξικό
    • κυκλοφορούν λίρες παλαιάς και νέας κοπής'

Ετυμολογία

κοπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοπή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοπήκοπές
Γενικήκοπήςκοπών
Αιτιατικήκοπήκοπές
Κλητικήκοπήκοπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →