κοπανίδα
•
- οικιακό χοντρό ξύλινο τηγανόσχημο εργαλείο με το οποίο οι γυναίκες κοπανούν τα ρούχα όταν τα πλένουν στις πλύστρες ή σε όχθες λιμνών ή ποταμών Βικιλεξικό
- "κόλπα με την κοπανίδα σου ΄καμα όταν σε είδα" (στίχος νησιώτικου τραγουδιού)
Ετυμολογία
κοπανίδα < αρχαία ελληνική κόπανον • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπανίδα | κοπανίδες |
| Γενική | κοπανίδας | κοπανίδων |
| Αιτιατική | κοπανίδα | κοπανίδες |
| Κλητική | κοπανίδα | κοπανίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →