Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπανώ

ρήμα
•
  1. χτυπώ τα ρούχα με τον κόπανο Βικιλεξικό
  2. χτυπώ κάτι ή κάποιον, του καταφέρω διαδοχικά χτυπήματα Βικιλεξικό
    • Κοιμήσου τώρα και κλείσε τα παράθυρα. Δεν μπορώ να τ' ακούω, τα κοπανά ο αγέρας... (Γιάννης Ξανθούλης (1984) Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα [μυθιστόρημα])
  3. την κοπανάω: Βικιλεξικό
    • η ώρα πήγε 3, οπότε εγώ την κοπανάω γιατί βαρέθηκα και δεν έχω όρεξη να ακούω όλες αυτές τις ανοησίες μέχρι το βράδυ
  4. την κοπανάω: Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοπανώ < κοπανίζω < (ελληνιστική κοινή) < κόπανος < αρχαία ελληνική κόπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kop- (χτυπώ, πλήττω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →