Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπελίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του κοπέλα Βικιλεξικό
    • Η Ευρώπη που λέτε ήταν μια κοπελίτσα ζουμπουρλούδικη, κόρη του βασιλιά της Τύρου Αγήνορα και της Τηλεφάασσας, που προφανώς ήταν η μικρή Ολλανδέζα για να ’ναι διπλά όλα τα γράμματα του ονόματός της, και τέλος πάντων την είχε ζαχαρώσει ο Ζευς, και μια μέρα που η μπουμπούκα έκοβε βόλτες ανάμεσα στα γελάδια του μπαμπά της, μεταμορφώθηκε ο μπαγαπόντης σ’ έναν ταύρο λευκό και ήμερο και τη ζύγωσε.

Ετυμολογία

κοπελίτσα < κοπέλα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοπελίτσακοπελίτσες
Γενικήκοπελίτσας—
Αιτιατικήκοπελίτσακοπελίτσες
Κλητικήκοπελίτσακοπελίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →