Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπετός

/ko.peˈtos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οδυρμός, ο θρήνος κάποιου που κλαίει χτυπώντας με τα χέρια το στήθος του Βικιλεξικό
    • […] ανήλθεν εις τους οφθαλμούς η πλημμύρα της λύπης μου, και με κατέλαβε θρήνος και κοπετός, και έχυσα πύρινα δάκρυα. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας, 1879)
    • Ὁ κοπετὸς κι' ὁ μόχθος τοὺς ἔγινε συνήθεια,
    • παχαίνουν κοιλιόδουλοι,
    • καὶ σέρνουν ξεμαλλιάρα στοὺς δρόμους τὴν Ἀλήθεια
    • ρακένδυτοι Μπερτόδουλοι.
    • (Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Δ', τέλος 19ου - αρχές 20 αιώνα)
    • Επειδή ο μακαρίτης ήταν αρκετά τσιγκούνης, δεν υπήρξαν ούτε γόοι ούτε κοπετοί. Μόνο ρυθμικοί λυγμοί ανά διαστήματα. Η Φιλίντα, κάτω από την πλερέζα, κοίταζε σαν χαμένη τριγύρω. (Χρήστος Ναούμ, Γυμνός σε κοινή θέα, εκδ. Καστανιώτη, 2016)

Ετυμολογία

κοπετός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοπετός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοπετόςκοπετοί
Γενικήκοπετούκοπετών
Αιτιατικήκοπετόκοπετούς
Κλητικήκοπετέκοπετοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →