κοπιάζω
•
- κάνω προσπάθεια για κάτι Βικιλεξικό
- μια ζωή κοπίαζαν για να τα βγάλουν πέρα
- Νύχτα και μέρα πάντα κοπιάζει, κόβει το ξύλο με το πριόνι, κάθε κομμάτι πλανιάρει, σιάζει και το φιλιάζει και το καρφώνει. (Στέφανος Μαρτζώκης, Ο ξυλοκόπος, Ballades, Ζάκυνθος 1889, σσ. 112-113)
- έρχομαι, φτάνω, επισκέπτομαι Βικιλεξικό
- ελάτε, κοπιάστε να φάμε!
- καλώς εκοπιάσατε! : καλωσήλθατε!
Ετυμολογία
κοπιάζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κοπιάζω < κόπος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοπιάζω | κοπιάζεις | κοπιάζει | κοπιάζουμε | κοπιάζετε | κοπιάζουν / κοπιάζουνε |
| Παρατατικός | κοπίαζα / κόπιαζα | κοπίαζες / κόπιαζες | κοπίαζε / κόπιαζε | κοπιάζαμε | κοπιάζατε | κοπίαζαν / κοπιάζαν / κοπιάζανε / κόπιαζαν |
| Αόριστος | κοπίασα / κόπιασα | κοπίασες / κόπιασες | κοπίασε / κόπιασε | κοπιάσαμε | κοπιάσατε | κοπίασαν / κοπιάσαν / κοπιάσανε / κόπιασαν |
| Μέλλοντας | θα κοπιάζω / θα κοπιάσω | θα κοπιάζεις / θα κοπιάσεις | θα κοπιάζει / θα κοπιάσει | θα κοπιάζουμε / θα κοπιάσουμε | θα κοπιάζετε / θα κοπιάσετε | θα κοπιάζουν / θα κοπιάζουνε / θα κοπιάσουν / θα κοπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοπιάσει | έχεις κοπιάσει | έχει κοπιάσει | έχουμε κοπιάσει | έχετε κοπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοπιάσει | είχες κοπιάσει | είχε κοπιάσει | είχαμε κοπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοπιάσει / να κοπιάζω / να κοπιάσω | να έχεις κοπιάσει / να κοπιάζεις / να κοπιάσεις | να έχει κοπιάσει / να κοπιάζει / να κοπιάσει | να έχουμε κοπιάσει / να κοπιάζουμε / να κοπιάσουμε | να έχετε κοπιάσει / να κοπιάζετε / να κοπιάσετε | να κοπιάζουν / να κοπιάζουνε / να κοπιάσουν / να κοπιάσουνε |
| Προστακτική | — | κοπίαζε / κοπίασε / κόπιαζε / κόπιασε | — | — | κοπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κοπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →