κοπιάρω
•
- προφορικόαντιγράφω πανομοιότυπα ένα κείμενο ή έργο Βικιλεξικό
- προφορικόμιμούμαι ένα πρόσωπο ή πράγμα, αντιγράφοντας κατ' ακρίβειαν τα χαρακτηριστικά του Βικιλεξικό
- Κάποιος κάποτε δημιούργησε το πρωτότυπο κι από εκεί έχει κοπιαριστεί τόσες φορές που δεν ξέρει πια κανένας από που ξεκίνησε.
Ετυμολογία
κοπιάρω < copiar(e) + -ω < (άμεσο δάνειο) ιταλική copiare
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοπιάρω | κοπιάρεις | κοπιάρει | κοπιάρουμε | κοπιάρετε | κοπιάρουν / κοπιάρουνε |
| Παρατατικός | κόπιαρα | κόπιαρες | κόπιαρε | κοπιάραμε | κοπιάρατε | κοπιάραν / κοπιάρανε / κόπιαραν |
| Αόριστος | κοπιάρισα | κοπιάρισες | κοπιάρισε | κοπιαρίσαμε | κοπιαρίσατε | κοπιάρισαν / κοπιαρίσαν / κοπιαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα κοπιάρω / θα κοπιαρίσω | θα κοπιάρεις / θα κοπιαρίσεις | θα κοπιάρει / θα κοπιαρίσει | θα κοπιάρουμε / θα κοπιαρίσουμε | θα κοπιάρετε / θα κοπιαρίσετε | θα κοπιάρουν / θα κοπιάρουνε / θα κοπιαρίσουν / θα κοπιαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοπιαρίσει | έχεις κοπιαρίσει | έχει κοπιαρίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοπιαρίσει | είχες κοπιαρίσει | είχε κοπιαρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοπιαρίσει / να κοπιάρω / να κοπιαρίσω | να έχεις κοπιαρίσει / να κοπιάρεις / να κοπιαρίσεις | να έχει κοπιαρίσει / να κοπιάρει / να κοπιαρίσει | να κοπιάρουμε / να κοπιαρίσουμε | να κοπιάρετε / να κοπιαρίσετε | να κοπιάρουν / να κοπιάρουνε / να κοπιαρίσουν / να κοπιαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κοπιαρισμένο / κοπιάρισε / κόπιαρε | — | — | κοπιάρετε / κοπιαρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κοπιαρίστηκακοπιάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →