Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπιράιτ

/ko.piˈɾa.it/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η πνευματική ιδιοκτησία και το δικαίωμα αναπαραγωγής και διανομής ενός έργου ή/και έργου που παράγεται από αυτό για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
    • Ό,τι έλεγε, κάθε του λέξη, κάθε δικό του σουσούμι, ακόμη και τα τικ και οι ιδιομορφίες του, όλα μου εντυπώνονταν επακριβώς και την κατάλληλη στιγμή ήμουν σε θέση να τα σερβίρω λες και είχα το κοπιράιτ. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

κοπιράιτ < (άμεσο δάνειο) αγγλική copyright

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →