κοπρίζω
•
- ρίχνω κοπριά (σε κήπο, χωράφι κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπρίζω < αρχαία ελληνική κοπρίζω < κόπρος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοπρίζω | κοπρίζεις | κοπρίζει | κοπρίζουμε | κοπρίζετε | κοπρίζουν / κοπρίζουνε |
| Παρατατικός | κόπριζα | κόπριζες | κόπριζε | κοπρίζαμε | κοπρίζατε | κοπρίζαν / κοπρίζανε / κόπριζαν |
| Αόριστος | κόπρισα | κόπρισες | κόπρισε | κοπρίσαμε | κοπρίσατε | κοπρίσαν / κοπρίσανε / κόπρισαν |
| Μέλλοντας | θα κοπρίζω / θα κοπρίσω | θα κοπρίζεις / θα κοπρίσεις | θα κοπρίζει / θα κοπρίσει | θα κοπρίζουμε / θα κοπρίσουμε | θα κοπρίζετε / θα κοπρίσετε | θα κοπρίζουν / θα κοπρίζουνε / θα κοπρίσουν / θα κοπρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοπρίσει | έχεις κοπρίσει | έχει κοπρίσει | έχουμε κοπρίσει | έχετε κοπρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοπρίσει | είχες κοπρίσει | είχε κοπρίσει | είχαμε κοπρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοπρίσει / να κοπρίζω / να κοπρίσω | να έχεις κοπρίσει / να κοπρίζεις / να κοπρίσεις | να έχει κοπρίσει / να κοπρίζει / να κοπρίσει | να έχουμε κοπρίσει / να κοπρίζουμε / να κοπρίσουμε | να έχετε κοπρίσει / να κοπρίζετε / να κοπρίσετε | να κοπρίζουν / να κοπρίζουνε / να κοπρίσουν / να κοπρίσουνε |
| Προστακτική | — | κόπριζε / κόπρισε | — | — | κοπρίζετε / κοπρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →