κοπρίτης
•
- αδέσποτος σκύλος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος τεμπέλης και αργόσχολος Βικιλεξικό
- (θηλυκό κοπρίτισσα)
Ετυμολογία
κοπρίτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοπρίτης < κόπρ(ος) + -ίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπρίτης | κοπρίτες |
| Γενική | κοπρίτη | κοπριτών |
| Αιτιατική | κοπρίτη | κοπρίτες |
| Κλητική | κοπρίτη | κοπρίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →