Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. περιττώματα ζώου, κυρίως οικόσιτου Βικιλεξικό
    • Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

κοπριά < αρχαία ελληνική κοπρία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοπριάκοπριές
Γενικήκοπριάςκοπριών
Αιτιατικήκοπριάκοπριές
Κλητικήκοπριάκοπριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →