κοπρισιά
•
- λαϊκότροποκόπρανα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπρισιά < (κοπρίζω) κοπρισ- + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπρισιά | κοπρισιές |
| Γενική | κοπρισιάς | κοπρισιών |
| Αιτιατική | κοπρισιά | κοπρισιές |
| Κλητική | κοπρισιά | κοπρισιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →