Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την κοπή ή τον κόφτη Βικιλεξικό
    • πωλούνται κοπτικά μηχανήματα για βιβλιοδετεία και τυπογραφεία
  2. που αναφέρεται στους Κόπτες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοπτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοπτικόςκοπτικήκοπτικό
Γενικήκοπτικούκοπτικήςκοπτικού
Αιτιατικήκοπτικόκοπτικήκοπτικό
Κλητικήκοπτικέκοπτικήκοπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοπτικοίκοπτικέςκοπτικά
Γενικήκοπτικώνκοπτικώνκοπτικών
Αιτιατικήκοπτικούςκοπτικέςκοπτικά
Κλητικήκοπτικοίκοπτικέςκοπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →