κοράκλα
•
- οικείοχαϊδευτικά η κόρη Βικιλεξικό
- Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
κοράκλα < κόρ(η) + μεγεθυντικό επίθημα -άκλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοράκλα | κοράκλες |
| Γενική | κοράκλας | — |
| Αιτιατική | κοράκλα | κοράκλες |
| Κλητική | κοράκλα | κοράκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →