κορακίστικα
•
- μεταφορικάακατανόητα λόγια είτε λόγω ξένης γλώσσας είτε λόγω πολύ εξειδικευμένης ορολογίας Βικιλεξικό
- εγώ ξέρω ότι δεν λύνεται έτσι το πρόβλημα, τα υπόλοιπα είναι κορακίστικα
- γλώσσαιδιωματική συνθηματική διάλεκτος με την παρεμβολή, ανάμεσα στις συλλαβές, άλλης συλλαβής συνήθως της κα αλλά κάθε ομάδα ατόμων που τη χρησιμοποιεί έχει δικούς της κανόνες Βικιλεξικό
- δενκε κακατακαλακαβαικενεικι κοκορακακικιστικικακα:δεν καταλαβαίνει κορακίστικα
Ετυμολογία
κορακίστικα < κόρακας + -ίστικα, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου -ίστικος στον πληθυντικό. Δείτε και την ελληνιστική κορακιστί < κόραξ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορακίστικα | κορακίστικα |
| Γενική | — | κορακίστικων |
| Αιτιατική | — | κορακίστικα |
| Κλητική | — | κορακίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →