Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοραλλής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόσυνώνυμο του κορελλένιος Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκοραλλί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοραλλής < κοράλλ(ι) + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοραλλήςκοραλλιάκοραλλί
Γενικήκοραλλή / κοραλλιούκοραλλιάςκοραλλί / κοραλλιού
Αιτιατικήκοραλλήκοραλλιάκοραλλί
Κλητικήκοραλλήκοραλλιάκοραλλί

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοραλλιοίκοραλλιέςκοραλλιά
Γενικήκοραλλιώνκοραλλιώνκοραλλιών
Αιτιατικήκοραλλιούςκοραλλιέςκοραλλιά
Κλητικήκοραλλιοίκοραλλιέςκοραλλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →