κορδέλα
•
- η διακοσμητική λωρίδα Βικιλεξικό
- το πεπλατυσμένο νήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορδέλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κορδέλα < βενετική cordela < corda < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορδέλα | κορδέλες |
| Γενική | κορδέλας | κορδελών |
| Αιτιατική | κορδέλα | κορδέλες |
| Κλητική | κορδέλα | κορδέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →