κορδακίζομαι
•
- ντύνομαι ή και φέρομαι κατά τρόπο άσεμνο, απρεπή ή άγαρμπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορδακίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος κορδακίζω < ελληνιστική κοινή κορδακίζω < αρχαία ελληνική κόρδαξ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κορδακίζομαι | κορδακίζεσαι | κορδακίζεται | κορδακιζόμαστε | κορδακίζεστε | κορδακίζονται |
| Παρατατικός | κορδακιζόμουν / κορδακιζόμουνα | κορδακιζόσουν / κορδακιζόσουνα | κορδακιζόταν / κορδακιζότανε | κορδακιζόμασταν / κορδακιζόμαστε | κορδακιζόσασταν / κορδακιζόσαστε | κορδακίζονταν / κορδακιζόντουσαν |
| Αόριστος | κορδακίστηκα | κορδακίστηκες | κορδακίστηκε | κορδακιστήκαμε | κορδακιστήκατε | κορδακίστηκαν / κορδακιστήκαν / κορδακιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα κορδακίζομαι / θα κορδακιστώ | θα κορδακίζεσαι / θα κορδακιστείς | θα κορδακίζεται / θα κορδακιστεί | θα κορδακιζόμαστε / θα κορδακιστούμε | θα κορδακίζεστε / θα κορδακιστείτε | θα κορδακίζονται / θα κορδακιστούν / θα κορδακιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω κορδακιστεί | έχεις κορδακιστεί | έχει κορδακιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κορδακιστεί | είχες κορδακιστεί | είχε κορδακιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κορδακιστεί / να κορδακίζομαι / να κορδακιστώ | να έχεις κορδακιστεί / να κορδακίζεσαι / να κορδακιστείς | να έχει κορδακιστεί / να κορδακίζεται / να κορδακιστεί | να κορδακιζόμαστε / να κορδακιστούμε | να κορδακίζεστε / να κορδακιστείτε | να κορδακίζονται / να κορδακιστούν / να κορδακιστούνε |
| Προστακτική | — | κορδακίζου / κορδακίσου | — | — | κορδακίζεστε / κορδακιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →