κορδώνομαι
•
- κομπάζω, υπερηφανεύομαι Βικιλεξικό
- στέκομαι ή περπατώ με τεντωμένο το κορμί και υψωμένο το κεφάλι, περπατώ καμαρωτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορδώνομαι: παθητική φωνή του ρήματος κορδώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κορδώνομαι | κορδώνεσαι | κορδώνεται | κορδωνόμαστε | κορδώνεστε | κορδώνονται |
| Παρατατικός | κορδωνόμουν / κορδωνόμουνα | κορδωνόσουν / κορδωνόσουνα | κορδωνόταν / κορδωνότανε | κορδωνόμασταν / κορδωνόμαστε | κορδωνόσασταν / κορδωνόσαστε | κορδωνόντουσαν / κορδώνονταν |
| Αόριστος | κορδώθηκα | κορδώθηκες | κορδώθηκε | κορδωθήκαμε | κορδωθήκατε | κορδωθήκαν / κορδωθήκανε / κορδώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα κορδωθώ / θα κορδώνομαι | θα κορδωθείς / θα κορδώνεσαι | θα κορδωθεί / θα κορδώνεται | θα κορδωθούμε / θα κορδωνόμαστε | θα κορδωθείτε / θα κορδώνεστε | θα κορδωθούν / θα κορδωθούνε / θα κορδώνονται |
| Παρακείμενος | έχω κορδωθεί | έχεις κορδωθεί | έχει κορδωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κορδωθεί | είχες κορδωθεί | είχε κορδωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κορδωθεί / να κορδωθώ / να κορδώνομαι | να έχεις κορδωθεί / να κορδωθείς / να κορδώνεσαι | να έχει κορδωθεί / να κορδωθεί / να κορδώνεται | να κορδωθούμε / να κορδωνόμαστε | να κορδωθείτε / να κορδώνεστε | να κορδωθούν / να κορδωθούνε / να κορδώνονται |
| Προστακτική | — | κορδώνου / κορδώσου | — | — | κορδωθείτε / κορδώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →