Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορεατικός

/koɾeatiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Κορέα ή τους Κορεάτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά ή προέρχεται απ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκορεατική / κορεατικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κορεατικός < Κορεάτ(ης) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορεατικόςκορεατικήκορεατικό
Γενικήκορεατικούκορεατικήςκορεατικού
Αιτιατικήκορεατικόκορεατικήκορεατικό
Κλητικήκορεατικέκορεατικήκορεατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορεατικοίκορεατικέςκορεατικά
Γενικήκορεατικώνκορεατικώνκορεατικών
Αιτιατικήκορεατικούςκορεατικέςκορεατικά
Κλητικήκορεατικοίκορεατικέςκορεατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →