κορεατικός
•
- που έχει σχέση με την Κορέα ή τους Κορεάτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά ή προέρχεται απ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκορεατική / κορεατικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορεατικός < Κορεάτ(ης) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κορεατικός | κορεατική | κορεατικό |
| Γενική | κορεατικού | κορεατικής | κορεατικού |
| Αιτιατική | κορεατικό | κορεατική | κορεατικό |
| Κλητική | κορεατικέ | κορεατική | κορεατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κορεατικοί | κορεατικές | κορεατικά |
| Γενική | κορεατικών | κορεατικών | κορεατικών |
| Αιτιατική | κορεατικούς | κορεατικές | κορεατικά |
| Κλητική | κορεατικοί | κορεατικές | κορεατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →