Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορινθιακός

/ko.ɾin.θi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Κόρινθο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή, τους κατοίκους της ή την ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας Βικιλεξικό
  2. αρχαιολογίαπου σχετίζεται με τον κορινθιακό ρυθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κορινθιακός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κορινθιακός < Κορίνθιος + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορινθιακόςκορινθιακήκορινθιακό
Γενικήκορινθιακούκορινθιακήςκορινθιακού
Αιτιατικήκορινθιακόκορινθιακήκορινθιακό
Κλητικήκορινθιακέκορινθιακήκορινθιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορινθιακοίκορινθιακέςκορινθιακά
Γενικήκορινθιακώνκορινθιακώνκορινθιακών
Αιτιατικήκορινθιακούςκορινθιακέςκορινθιακά
Κλητικήκορινθιακοίκορινθιακέςκορινθιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →