κοριτσίστικος
•
- που έχει σχέση με κορίτσι, ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοριτσίστικος < κορίτσι + -ίστικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοριτσίστικος | κοριτσίστικη | κοριτσίστικο |
| Γενική | κοριτσίστικου | κοριτσίστικης | κοριτσίστικου |
| Αιτιατική | κοριτσίστικο | κοριτσίστικη | κοριτσίστικο |
| Κλητική | κοριτσίστικε | κοριτσίστικη | κοριτσίστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοριτσίστικοι | κοριτσίστικες | κοριτσίστικα |
| Γενική | κοριτσίστικων | κοριτσίστικων | κοριτσίστικων |
| Αιτιατική | κοριτσίστικους | κοριτσίστικες | κοριτσίστικα |
| Κλητική | κοριτσίστικοι | κοριτσίστικες | κοριτσίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →