Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοριτσίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κορίτσι, ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοριτσίστικος < κορίτσι + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοριτσίστικοςκοριτσίστικηκοριτσίστικο
Γενικήκοριτσίστικουκοριτσίστικηςκοριτσίστικου
Αιτιατικήκοριτσίστικοκοριτσίστικηκοριτσίστικο
Κλητικήκοριτσίστικεκοριτσίστικηκοριτσίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοριτσίστικοικοριτσίστικεςκοριτσίστικα
Γενικήκοριτσίστικωνκοριτσίστικωνκοριτσίστικων
Αιτιατικήκοριτσίστικουςκοριτσίστικεςκοριτσίστικα
Κλητικήκοριτσίστικοικοριτσίστικεςκοριτσίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →