κορμάκι
•
- υποκοριστικό της λέξης κορμί Βικιλεξικό
- ενδυμασίαγυναικείο ρούχο, σε σχήμα ολόσωμου γυναικείου μαγιό, που φοριέται κυρίως στο χορό ή τη γυμναστική αλλά και σαν εσώρουχο Βικιλεξικό
- ρούχο για μωρά που καλύπτει όλο το σώμα, τα χέρια και τα πόδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορμάκι < κορμ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορμάκι | κορμάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κορμάκι | κορμάκια |
| Κλητική | κορμάκι | κορμάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →