Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορμάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείοωραίο κορμί Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάτομο με ωραίο κορμί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κορμάρα < κορμί + μεγεθυντικό επίθημα -άρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκορμάρακορμάρες
Γενικήκορμάρας—
Αιτιατικήκορμάρακορμάρες
Κλητικήκορμάρακορμάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →