Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βοτανικήτο τμήμα του φυτού πάνω από τις ρίζες και μέχρι τα κλαριά του Βικιλεξικό
  2. ανατομίατο μεσαίο τμήμα του ανθρώπινου σώματος, πάνω από τα πόδια και μέχρι τον αυχένα, το ανθρώπινο σώμα μη περιλαμβανομένων των άκρων και της κεφαλής Βικιλεξικό
  3. το βασικό τμήμα ενός σχεδίου, μίας λειτουργίας, μίας οντότητας, μιας εργασίας θεωρητικής Βικιλεξικό
    • ο κορμός της έκθεσης, του προγράμματος, της παρέλασης
  4. γαστρονομίαγλυκό με σοκολάτα και μπισκότα που στο σχήμα μοιάζει με κορμό δέντρου Βικιλεξικό
    • Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr https://www.argiro.gr/recipe/gkanas-krema-sokolatas-gia-epikalupsi-kormou-kai-tourtas/)
  5. καθομιλουμένητο σύνολο των μαθημάτων της τελευταίας τάξης του λυκείου (μαθήματα κορμού) που ήταν κοινά για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από τη δέσμη που είχαν επιλέξει Βικιλεξικό
    • Σήμερα έχουμε μόνο μια ώρα κορμό και τρεις ώρες δέσμη.

Ετυμολογία

κορμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κορμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκορμόςκορμοί
Γενικήκορμούκορμών
Αιτιατικήκορμόκορμούς
Κλητικήκορμέκορμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →