Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορονοϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με κορονοϊό και την ασθένεια που αυτός συνεπάγεται ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Με ενσυναίσθηση, οι περισσότεροι πολίτες έχουν αυτοπεριοριστεί, σηκώνοντας ο καθένας τα δικά του «κορονοϊκά» τείχη, για να προστατεύει τον εαυτό του, τους οικείους του, τις ευπαθείς ομάδες, τους συμπολίτες του. Μένοντας στο σπίτι, έχουμε ξεχάσει αυτούς που δεν έχουν σπίτι. Από το «κάδρο προστασίας» απουσιάζουν οι άστεγοι, οι τοξικομανείς, οι φυλακισμένοι, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. (Εφημερίδα των Συντακτών, 23.3.2020)

Ετυμολογία

κορονοϊκός < κορονο(ϊός) + -ικός με περικοπή του *κορονοϊικός (Χρειάζεται έλεγχο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορονοϊκόςκορονοϊκήκορονοϊκό
Γενικήκορονοϊκούκορονοϊκήςκορονοϊκού
Αιτιατικήκορονοϊκόκορονοϊκήκορονοϊκό
Κλητικήκορονοϊκέκορονοϊκήκορονοϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορονοϊκοίκορονοϊκέςκορονοϊκά
Γενικήκορονοϊκώνκορονοϊκώνκορονοϊκών
Αιτιατικήκορονοϊκούςκορονοϊκέςκορονοϊκά
Κλητικήκορονοϊκοίκορονοϊκέςκορονοϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →