κορτάκιας
•
- που αρέσκεται σε ερωτοτροπίες, φλερτ Βικιλεξικό
- ερωτύλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορτάκιας < κόρτ(ε) + -άκιας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορτάκιας | κορτάκηδες |
| Γενική | κορτάκια | κορτάκηδων |
| Αιτιατική | κορτάκια | κορτάκηδες |
| Κλητική | κορτάκια | κορτάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →