κορτικοειδές
•
- το σχετικό με τα κορτικοειδή, που ανήκει στην κατηγορία των ανάλογων ορμονικών σκευασμάτων, των κορτικοειδών Βικιλεξικό
- το σχετικό με την κορτιζόνη, που περιέχει κορτιζόνη, το κορτιζονούχο Βικιλεξικό
- Το σκεύασμα που σας συνταγογράφησαν είναι πολύ ισχυρό κορτικοειδές
Ετυμολογία
κορτικοειδές < απόδοση της ξένης λέξης corticoid < cortex + -oid < (-oid < εἶδος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορτικοειδές | κορτικοειδή |
| Γενική | κορτικοειδούς | κορτικοειδών |
| Αιτιατική | κορτικοειδές | κορτικοειδή |
| Κλητική | κορτικοειδές | κορτικοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →