Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορυβαντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Κορύβαντα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςενθουσιώδης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κορυβαντικός < ελληνιστική κοινή κορυβαντικός < αρχαία ελληνική Κορύβας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορυβαντικόςκορυβαντικήκορυβαντικό
Γενικήκορυβαντικούκορυβαντικήςκορυβαντικού
Αιτιατικήκορυβαντικόκορυβαντικήκορυβαντικό
Κλητικήκορυβαντικέκορυβαντικήκορυβαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορυβαντικοίκορυβαντικέςκορυβαντικά
Γενικήκορυβαντικώνκορυβαντικώνκορυβαντικών
Αιτιατικήκορυβαντικούςκορυβαντικέςκορυβαντικά
Κλητικήκορυβαντικοίκορυβαντικέςκορυβαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →