Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορφιάτικος

/korˈfça.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου έχει σχέση με τους Κορφούς, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κορφιάτικος < μεσαιωνική ελληνική κορφιάτικος < Κορφιάτης < Κορφοί < Κορυφώ < αρχαία ελληνική κορυφή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορφιάτικοςκορφιάτικηκορφιάτικο
Γενικήκορφιάτικουκορφιάτικηςκορφιάτικου
Αιτιατικήκορφιάτικοκορφιάτικηκορφιάτικο
Κλητικήκορφιάτικεκορφιάτικηκορφιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκορφιάτικοικορφιάτικεςκορφιάτικα
Γενικήκορφιάτικωνκορφιάτικωνκορφιάτικων
Αιτιατικήκορφιάτικουςκορφιάτικεςκορφιάτικα
Κλητικήκορφιάτικοικορφιάτικεςκορφιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →