Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορφολόγημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια του κορφολογώ Βικιλεξικό
  2. το κόψιμο του ανώτερου τρυφερού μέρους των βλαστών Βικιλεξικό
    • το κορφολόγημα του αμπελιού
  3. μεταφορικάη επιλογή των καλύτερων δειγμάτων από ένα σύνολο Βικιλεξικό
    • Kαι είναι σχεδόν αόρατο πια, επειδή είναι τόσο κυρίαρχο, το ότι η διαρκής, ξέφρενη κατανάλωση, η ψυχοθεραπεία με shopping, το κορφολόγημα προϊόντων και γκάτζετ είναι μια μορφή υποδούλωσης. (Ν. Ξυδάκης, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7 Ιουλίου 2002)

Ετυμολογία

κορφολόγημα < κορφολογώ + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκορφολόγημακορφολογήματα
Γενικήκορφολογήματοςκορφολογημάτων
Αιτιατικήκορφολόγημακορφολογήματα
Κλητικήκορφολόγημακορφολογήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →