κορωνίς
•
- καθαρεύουσακορωνίδα Βικιλεξικό
- το ανώτερο σημείο, το αποκορύφωμα Βικιλεξικό
- το γραπτό σημείο που δηλώνει την κράση, όπως π.χ. στη λέξη ταὐτός Βικιλεξικό
- Δυό λέξεις πού ἔπαθαν στ' ἀρχαῖα ἤ ἀργότερα συναλοιφή καί σήμερα ἀποτελοῦν μιά λέξη (κράση) δέν παίρνουν κορωνίδα. Λ.χ. κάν, σάν, καμιά, κάποιος, τουλάχιστο κτλ. μολαταῦτα, μολονότι κτλ. (Δελτίο τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου, τόμος 3, Ἐκπαιδευτικός Ὅμιλος, Ἀθήνα, 1913, σελ. 69)
- Ἔτσι ἔχομε «νᾷνε» μὲ ὑπογραμμένη καὶ χωρὶς κορωνίδα, καὶ «θἆνε» «νἆσαι», «τὦδα» μὲ κορωνίδα μὰ χωρίς ὑπογραμμένη (Δελτίο τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου, τόμος 3, Ἐκπαιδευτικός Ὅμιλος, Ἀθήνα, 1913, σελ. 193)
Ετυμολογία
κορωνίς < αρχαία ελληνική κορωνίς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →