κορώνη
•
- πτηνόκουρούνα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτο ακραίο σημείο της πρύμης πλοίου ή σκάφους (επί του καταστρώματος ή επιστέγου) Βικιλεξικό
- φανός κορώνης
Ετυμολογία
κορώνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κορώνη :* για τον ναυτικό όρο: η ονομασία προέρχεται από τα περίτεχνα ψηλόπρυμα ιστιοφόρα του 16ου -17ου αιώνα, όπου στο σημείο αυτό έφεραν στέμματα ή θυρεούς, σημαίες, λάβαρα και μεταλλικούς φανούς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορώνη | κορώνες |
| Γενική | κορώνης | κορωνών |
| Αιτιατική | κορώνη | κορώνες |
| Κλητική | κορώνη | κορώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →