κορώνω
•
- αμετάβατοεκπέμπω πάρα πολλή θερμότητα, ώστε κάνω κάτι να καίει Βικιλεξικό
- το τζάκι κόρωσε
- αμετάβατοαποκτώ πάρα πολλή θερμότητα, πυρακτώνομαι Βικιλεξικό
- το αυτοκίνητο θα κορώσει κάτω από τον ήλιο· καλύτερα να το πας στη σκιά
- μεταβατικόκάνω κάποιον να βγει εκτός εαυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορώνω < αρχαία ελληνική κόρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →