κοσή
•
- ιδιωματικόη τρεχάλα, το τρέξιμο Βικιλεξικό
- Ρίχνομαι τότε της κοσής, την χώραν όλην σχίζω (Σπυρίδων Τρικούπης, Ο Δήμος, ποίημα κλέφτικον, 1821, σελ. 3)
Ετυμολογία
κοσή < κοσεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →