κοσίζω
•
- θερίζω τριφύλλι ή άλλη χορτονομή χρησιμοποιώντας κόσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοσίζω < κόσα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοσίζω | κοσίζεις | κοσίζει | κοσίζουμε | κοσίζετε | κοσίζουν / κοσίζουνε |
| Παρατατικός | κόσιζα | κόσιζες | κόσιζε | κοσίζαμε | κοσίζατε | κοσίζαν / κοσίζανε / κόσιζαν |
| Αόριστος | κόσισα | κόσισες | κόσισε | κοσίσαμε | κοσίσατε | κοσίσαν / κοσίσανε / κόσισαν |
| Μέλλοντας | θα κοσίζω / θα κοσίσω | θα κοσίζεις / θα κοσίσεις | θα κοσίζει / θα κοσίσει | θα κοσίζουμε / θα κοσίσουμε | θα κοσίζετε / θα κοσίσετε | θα κοσίζουν / θα κοσίζουνε / θα κοσίσουν / θα κοσίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοσίσει | έχεις κοσίσει | έχει κοσίσει | έχουμε κοσίσει | έχετε κοσίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοσίσει | είχες κοσίσει | είχε κοσίσει | είχαμε κοσίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοσίσει / να κοσίζω / να κοσίσω | να έχεις κοσίσει / να κοσίζεις / να κοσίσεις | να έχει κοσίσει / να κοσίζει / να κοσίσει | να έχουμε κοσίσει / να κοσίζουμε / να κοσίσουμε | να έχετε κοσίσει / να κοσίζετε / να κοσίσετε | να κοσίζουν / να κοσίζουνε / να κοσίσουν / να κοσίσουνε |
| Προστακτική | — | κόσιζε / κόσισε | — | — | κοσίζετε / κοσίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →