κοσκινίζω
•
- αφαιρώ χρησιμοποιώντας κόσκινο ξένα ή ανεπιθύμητα σώματα από ένα ομοιογενές υλικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξετάζω λεπτομερώς μια κατάσταση ενδεχομένως χρονοτριβώντας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοσκινίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κοσκινίζω < αρχαία ελληνική κόσκινον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοσκινίζω | κοσκινίζεις | κοσκινίζει | κοσκινίζουμε | κοσκινίζετε | κοσκινίζουν / κοσκινίζουνε |
| Παρατατικός | κοσκίνιζα | κοσκίνιζες | κοσκίνιζε | κοσκινίζαμε | κοσκινίζατε | κοσκίνιζαν / κοσκινίζαν / κοσκινίζανε |
| Αόριστος | κοσκίνισα | κοσκίνισες | κοσκίνισε | κοσκινίσαμε | κοσκινίσατε | κοσκίνισαν / κοσκινίσαν / κοσκινίσανε |
| Μέλλοντας | θα κοσκινίζω / θα κοσκινίσω | θα κοσκινίζεις / θα κοσκινίσεις | θα κοσκινίζει / θα κοσκινίσει | θα κοσκινίζουμε / θα κοσκινίσουμε | θα κοσκινίζετε / θα κοσκινίσετε | θα κοσκινίζουν / θα κοσκινίζουνε / θα κοσκινίσουν / θα κοσκινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοσκινίσει | έχεις κοσκινίσει | έχει κοσκινίσει | έχουμε κοσκινίσει | έχετε κοσκινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοσκινίσει | είχες κοσκινίσει | είχε κοσκινίσει | είχαμε κοσκινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοσκινίσει / να κοσκινίζω / να κοσκινίσω | να έχεις κοσκινίσει / να κοσκινίζεις / να κοσκινίσεις | να έχει κοσκινίσει / να κοσκινίζει / να κοσκινίσει | να έχουμε κοσκινίσει / να κοσκινίζουμε / να κοσκινίσουμε | να έχετε κοσκινίσει / να κοσκινίζετε / να κοσκινίσετε | να κοσκινίζουν / να κοσκινίζουνε / να κοσκινίσουν / να κοσκινίσουνε |
| Προστακτική | — | κοσκίνιζε / κοσκίνισε | — | — | κοσκινίζετε / κοσκινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →