Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοσμάκης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο απλός ή ο απλοϊκός ή ο φτωχός λαός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοσμάκης < κόσμ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοσμάκης—
Γενικήκοσμάκη—
Αιτιατικήκοσμάκη—
Κλητικήκοσμάκη—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →