Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοσμικός

/ko.zmiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή προέρχεται από τον κόσμο, το σύμπαν Βικιλεξικό
    • η κοσμική ακτινοβολία
  2. που αναφέρεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις Βικιλεξικό
    • η γνωστή κοσμική κυρία έκανε την εμφάνισή της στη δεξίωση του εφοπλιστή
    • τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)
    • Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  3. που αναφέρεται στην κοινωνία και όχι στην εκκλησία ή τη θρησκεία Βικιλεξικό
    • το κοσμικό κράτος

Ετυμολογία

κοσμικός (συμπαντικός) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοσμικός : (μη θρησκευτικός) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοσμικός : (κοινωνικός) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική mondaine

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμικόςκοσμικήκοσμικό
Γενικήκοσμικούκοσμικήςκοσμικού
Αιτιατικήκοσμικόκοσμικήκοσμικό
Κλητικήκοσμικέκοσμικήκοσμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμικοίκοσμικέςκοσμικά
Γενικήκοσμικώνκοσμικώνκοσμικών
Αιτιατικήκοσμικούςκοσμικέςκοσμικά
Κλητικήκοσμικοίκοσμικέςκοσμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →