κοσμογόνος
•
- αρχαιοπρεπέςπου δημιούργησε ή δημιουργεί τον κόσμο Βικιλεξικό
- Το Κόμμα μας άντεχε και μεγάλωνε, αντλώντας δυνάμεις από την κοσμογόνα θεωρία του, από την ηρωική εργατική τάξη και τον περήφανο λαό μας (Δέκα χρόνια χωρίς τον σ. Νίκο Καλούδη, Ριζοσπάστης, 8/3/2008 https://www.rizospastis.gr/story.do?id=4455989)
- φυσικήπου έχουν προκύψει από αλληλεπίδραση με κοσμικές ακτίνες (ακτινοβολία που προέρχεται έξω από το ηλιακό μας σύστημα) Βικιλεξικό
- Οι συγγραφείς της νέας μελέτης αναζήτησαν στοιχεία για ειδικά σωματίδια γνωστά ως κοσμογόνα ραδιονουκλίδια (Γιατί ανησυχεί τους επιστήμονες μια ηλιακή καταιγίδα που συνέβη πριν από 9.200 χρόνια, ertnews, 2/2/22 https://www.ertnews.gr/eidiseis/epistimi/giati-anisychei-toys-epistimones-mia-iliaki-kataigida-poy-synevi-prin-apo-9-200-chronia/, αναδημοσίευση από το περιοδικό «Nature Communications» 11/1/2022 Cosmogenic radionuclides reveal an extreme solar particle storm near a solar minimum 9125 years BP https://www.nature.com/articles/s41467-021-27891-4?utm_medium=affiliate&utm_source=commission_junction&utm_content=en_textlink&utm_campaign=3_nsn6445_deeplink_PID100052171&CJEVENT=872dde87840f11ec811e06520a180510#MOESM1)
Ετυμολογία
κοσμογόνος < ελληνιστική κοινή κοσμογόνος < αρχαία ελληνική κόσμος + γίγνομαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοσμογόνος | κοσμογόνα / κοσμογόνος | κοσμογόνο |
| Γενική | κοσμογόνου | κοσμογόνας / κοσμογόνου | κοσμογόνου |
| Αιτιατική | κοσμογόνο | κοσμογόνα / κοσμογόνο | κοσμογόνο |
| Κλητική | κοσμογόνε | κοσμογόνα / κοσμογόνε | κοσμογόνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοσμογόνοι | κοσμογόνες / κοσμογόνοι | κοσμογόνα |
| Γενική | κοσμογόνων | κοσμογόνων | κοσμογόνων |
| Αιτιατική | κοσμογόνους | κοσμογόνες / κοσμογόνους | κοσμογόνα |
| Κλητική | κοσμογόνοι | κοσμογόνες / κοσμογόνοι | κοσμογόνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →