κοσμοκαλόγερος
•
- μοναχός που ζει στον κόσμο κι όχι σε μοναστήρι Βικιλεξικό
- άνθρωπος που ζει μέσα στην κοινωνία αλλά έχει απαρνηθεί τις εγκόσμιες απολαύσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοσμοκαλόγερος < κοσμο- + καλόγερος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοσμοκαλόγερος | κοσμοκαλόγεροι |
| Γενική | κοσμοκαλόγερου | κοσμοκαλόγερων |
| Αιτιατική | κοσμοκαλόγερο | κοσμοκαλόγερους |
| Κλητική | κοσμοκαλόγερε | κοσμοκαλόγεροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →